συνάγω


συνάγω
συν|άγω сводить вместе, свозить; собирать (ср. синагога)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "συνάγω" в других словарях:

  • συνάγω — συνάγω, συνήγαγα βλ. πίν. 135 Σημειώσεις: συνάγω – συνάζω : σε ορισμένα λεξικά αναφέρεται το συνάγω ως συνώνυμο του συνάζω (→ συγκεντρώνω, μαζεύω σε ορισμένο μέρος). Στην κοινή νεοελληνική το συνάγω χρησιμοποιείται κυρίως με την έννοια →… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνάγω — bring together pres subj act 1st sg συνάγω bring together pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάγω — ΝΜΑ, και συνάζω Ν, και παλ. αττ. ξυνάγω Α 1. (σχετικά με πρόσ. και ζώα) συναθροίζω, συγκεντρώνω (α. «σύναξα τους στρατιώτες μου για μάχη» β. «συναγαγόντες ἐς ἕνα χῶρον μυριάδα ἀνθρώπων», Ηρόδ.) 2. (σχετικά με πράγμ.) συλλέγω, συσσωρεύω (α. «έχει… …   Dictionary of Greek

  • συνάγω — [синаго] р. собирать, объединять в единое …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συνάγω — συνήγαγα, συνηγμένος 1. συναθροίζω, συγκεντρώνω: Συνάγει τα πλήθη. 2. συμπεραίνω: Από πού συνάγεις αυτό το συμπέρασμα; – Από τα παραπάνω συνάγεται ότι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξυνάγῃ — συνάγω bring together pres subj mp 2nd sg συνάγω bring together pres ind mp 2nd sg συνάγω bring together pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναγάγετε — συνάγω bring together aor imperat act 2nd pl συνᾱγάγετε , συνάγω bring together aor ind act 2nd pl (doric aeolic) συνάγω bring together aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνηγμένα — συνάγω bring together perf part mp neut nom/voc/acc pl συνηγμένᾱ , συνάγω bring together perf part mp fem nom/voc/acc dual συνηγμένᾱ , συνάγω bring together perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάγαγε — συνάγω bring together aor imperat act 2nd sg συνά̱γαγε , συνάγω bring together aor ind act 3rd sg (doric aeolic) συνάγω bring together aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάγῃ — συνάγω bring together pres subj mp 2nd sg συνάγω bring together pres ind mp 2nd sg συνάγω bring together pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνήχθην — συνάγω bring together plup ind mp 3rd dual συνάγω bring together aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) συνάγω bring together aor ind pass 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)